Το τηλεφώνημα

Η Μαργαρίτα χρειάστηκε να πάει στην Αμερική και άφησε στον Γιώργο το γάτο της, που τον αγαπούσε πολύ. Μετά από καμιά βδομάδα τηλεφώνησε να δει πώς είν’ η κατάσταση. (Απομαγνητοφωνημένο και μεταφρασμένο κείμενο)

Μ: Τι γίνεται; Τι κάνει ο γάτος μου;

Γ: Τον πάτησε ένα αυτοκίνητο.

Μ: Τι; δεν είναι δυνατόν … ο γάτος μου; … πω-πωωωω…Καλά, ρε βλαμένο, έτσι απότομα μου το λες; δεν ξέρεις πόσο τον αγαπούσα;

Γ: Ε, και πώς ήθελες να στο πώ, μαμά;

Μ: Μπορούσες να μου πεις, ότι έχει ανέβει στην ταράτσα. Μετά από κάνα-δυο μέρες θα ξανατηλεφωνούσα και θα μου ‘λεγες  ότι ακόμα δεν κατέβηκε. Μετά από καμιά-δυό μέρες ακόμα θα μου ‘λεγες  ότι φώναξες την Πυροσβεστική να τον κατεβάσει. Μετά από καμιά-δυό μέρες ακόμα θα μου ‘λεγες  ότι καθώς η Πυροσβεστική τον κατέβαζε, εκείνος ξέφυγε, έπεσε στο κενό και σκοτώθηκε. Έτσι θα είχα προετοιμαστεί με την αγωνία όλων αυτών των ημερών και δεν θα μου ερχόταν τόσο ξαφνικό.

Γ: Εντάξει, κατάλαβα!

Μ: Τέλος πάντων, τι κάνεις με τα οικονομικά;

Γ: Εεε, παραιτήθηκα.

Μ: …..

Γ: Έλα, μαμά, μ’ ακούς;

Μ:… ξαναγύρισες στη δραχμή;

Γ: Όοοοχι. Θα φτιάξω κυβέρνηση συνεργασίας, οι Ευρωπαίοι θα μας δώσουν τη δόση κι όλα καλά.

Μ: Δεν το πιστεύω! Μα, καλά ρε κωλόπαιδο, ούτε στιγμή δεν μπορώ να σε αφήσω μόνο σου;!

Γ: Μα, μαμά….

Μ: ΜΑΜΟΥΝΙΑ!!! Μπαίνω στο αεροπλάνο και θα τα πούμε από κοντά. Στο μεταξύ μην κάνεις ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ, @#$%&*!$#@&.

Ποιό τοπικό νόμισμα;

7 (επτά) ολόκληρους μήνες μετά την ανάληψη της Δημοτικής Αρχής από τον Κώστα Καΐσερλη, τίποτα ουσιαστικό δεν έχει γίνει. Όλο αυτό το διάστημα και άλλο τόσο προεκλογικά ακούγαμε ότι ο νυν δήμαρχος ήταν ο καταλληλότερος λόγω πείρας να ηγηθεί του ενιαίου καλλικρατικού Δήμου, που εκτείνεται πλέον σε ολόκληρο το νησί. Χρειάστηκαν 7 (επτά) ολόκληροι μήνες, για να ζητήσει τις προτάσεις των δημοτών για τα επόμενα χρόνια της θητείας του ο κατά τα λοιπά «ικανότερος για καλλικρατικός δήμαρχος». Φυσικά, δεν τρέχει και τίποτα το σοβαρό, αφού έχουμε νοιώσει βαθειά μέσα στο πετσί μας τα κατορθώματα, όσων κατά καιρούς είχαν κερδίσει τον τίτλο του «καταλληλότερου για  πρωθυπουργός».

Εμένα με ανησυχεί η επιμονή του Καΐσερλη στις δικής του έμπνευσης «συνεργατικές ομάδες». Κανονικά θα έπρεπε να γελά και η ποικιλόχρους αίξ με αυτό το καϊσέρλειον εφεύρημα, αφού ακόμη κι ο πρωθυπουργός, μόλις άκουσε γι’ αυτές, είπε ότι είναι τα αμαρτωλά stage με άλλο όνομα. Υπενθυμίζω ότι ο πρωθυπουργός δεν είναι γνωστός για την ιδιαίτερα υψηλή νοημοσύνη του ή την ευφράδειά του. Ε, λοιπόν, μέχρι κι αυτός πήρε πρέφα τι φούμαρα πουλάει ο Δήμαρχός μας. Ωστόσο αφενός ο ίδιος ο δήμαρχος εμφανίζεται αποφασισμένος να κάνει του κεφαλιού του και αφετέρου οι φανατικοί οπαδοί του αποφασισμένοι να επικροτήσουν ο.τιδήποτε κάνει ο ηγέτης τους, ακόμη κι αν κατακεραύνωναν τον προηγούμενο δήμαρχο για τις ίδιες ακριβώς πράξεις ή δηλώσεις (βλέπε τις διαγραμμίσεις από «προμαζέματα» ή τη μετατροπή σε πάρκινγκ των σχολικών προαυλίων).

Περισσότερο απ’ όλα με ανησυχεί η εισέτι μη ανακοινωθείσα συνεργατική ομάδα για το νέο νόμισμα, που είχε εξαγγείλει προεκλογικά ο Καΐσερλης. Ανησυχώ μήπως έχει συσταθεί εν κρυπτώ και εργάζεται σιωπηρά. Υπενθυμίζω ότι ήδη έχω κάνει μία πρόταση κι έχω και άλλες σχετικές ιδέες. Το υπενθυμίζω προς αποφυγήν επιπλοκών σε περίπτωση, που κάποιος Οραματιστής σφετεριστεί τις ιδέες μου © ® ™.


Θεωρώ ότι είναι η καταλληλη στιγμή να κάνω αυτήν την υπενθύμιση, καθώς άρχισαν οι παιάνες για την εισαγωγή προς ψήφιση νομοσχεδίου για την «κοινωνική οικονομία». Παιανίζουν οι εύπιστοι (και ασφαλώς από κοντά και τα λαμόγια) ξεχνώντας πόσα νομοσχέδια (για την επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, για την πάταξη της φοροδιαφυγής, για την υγεία, για την παιδεία κλπ κλπ κλπ) έχουν ψηφιστεί κι έχουν γίνει νόμοι του κράτους, χωρίς να αλλάξει τίποτα.

Όμως ο Καΐσερλης δεν είναι ο ξεμωραμένος γέρος, όπως αφελώς τον χλευάζουν οι αντίπαλοί του, και ξέρει ποιές μεγαλόστομες μπαρούφες (από εκείνες που κατά τα φαινόμενα τόσο πολύ έχουν ανάγκη να πιστέψουν οι οπαδοί του) είναι για ψηφοσυλλογή μεν για τα σκουπίδια δε. Και, πώς γίνεται ρε παιδάκι μου, κανείς να μη θυμάται τις εξαγγελίες, που τις τρώει η μαύρη νυξ! Δεν τις θυμούνται ούτε οι οπαδοί του, ούτε οι πολιτικοί αντίπαλοί του, ούτε οι … δημοσιογράφοι (ναι, κι απ’ αυτούς έχουμε). Συμπέρασμα: έχω την ισχυρότερη μνήμη σε όλο το νησί!

Μποκχάλ Κιοΐ κατί

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε η μακριά από μας χώρα του Μπορντελληστάν, που συνόρευε κατά 36,8% με την Ευρώπη, κατά 52,7% με τη Μέση Ανατολή και κατά  38,64% με την Αφρική. Τα ποσοστά αυτά δεν είναι λάθος, απλώς η χώρα αυτή είχε δική της αριθμητική. Είχε και δικό της πολιτικό σύστημα. Ήτανε, λέει, δημοκρατία (μέχρι κάλπες στήνανε κάθε τόσο), αλλά πάντοτε οι ίδιοι και οι ίδιοι εκλέγονταν. Υπήρχε λοιπόν μια δημοκρατικά εκλεγμένη κάστα οικογενειών, που έκανε κουμάντο επί δεκαετίες. Οι ιθαγενείς ονόμαζαν περιφρονητικά τις οικογένειες και τους παρατρεχάμενούς τους κοτσαμπασλάρ, αλλά όλο τους ψήφιζαν και όλο διαμαρτύρονταν. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά καμιά δουλειά δεν γινόταν, αν οι κοτσαμπασλάρ δεν είχαν πάρει κάποιο μπαχσίς ή δεν είχαν άλλου είδους όφελος. Οι ιθαγενείς, πάλι, ήταν πάντοτε πρόθυμοι να δώσουν οποιοδήποτε αντάλλαγμα, φτάνει να γίνει η δουλειά τους, διότι ήξεραν ότι μόνο έτσι δούλευαν τα πράγματα εκεί.

Σ’ αυτή τη μακριά από μας χώρα βρισκόταν κι ένα παραθαλάσσιο μέρος, το Μποκχάλ Κιοΐ, που ήταν ωραίο και κάποια στιγμή έγινε αγαπημένος προορισμός πολλών καφίρ τουρίστ και βρήκαν δουλειά πολλοί ιθαγενείς, άλλοι ντόπιοι και άλλοι από άλλα μέρη της χώρας καθώς και μετανάστες από άλλες χώρες. Για τη μεταφορά των καφίρ τουρίστ από το Χαβά Λιμάν χρησιμοποιούσαν μικρά και μεγάλα οχήματα (κιουτσούκ αραμπά και μπουγιούκ αραμπά αντίστοιχα) και για να μην τσακώνονται οι αραμπατζί για το μεροκάματο, οι κοτσαμπασλάρ είχαν χωρίσει τα τσανάκ των αραμπατζί.

Μόνο που οι μπουγιούκ αραμπατζί δεν ήταν δικτυωμένοι μόνο με τοπικούς κοτσαμπασλάρ, αλλά και με Αγάδες, που ήταν δικτυωμένοι με Πασάδες, που με τη σειρά τους ήταν δικτυωμένοι με Βεζύρηδες στην Αυλή του Τζουμχουριέτ Σουλτάν. Έτσι, μετά από πολύχρονες και επίμονες πιέσεις κατάφεραν κι απέσπασαν φιρμάνι, που τους εξασφάλιζε ένα μικρό διάδρομο πρόσβασης στο Χαβά Λιμάν.

Μόλις πήραν το φιρμάνι, οι μπουγιούκ αραμπατζί χώθηκαν για τα καλά στα χωράφια των κιουτσούκ αραμπατζί. Αγνόησαν τους περιορισμούς του φιρμανιού, μπαινόβγαιναν στο Χαβά Λιμάν οπότε ήθελαν, όπως ήθελαν, όσοι ήθελαν με αποτέλεσμα να τα πάρουν στο κρανίο οι κιουτσούκ αραμπατζί και να γίνει του καραγωγέως! Και οι δύο συμπαθείς τάξεις των αραμπατζί έγραψαν τους καφίρ τουρίστ εκεί που δεν πιάνει μελάνι, άρχισαν την ανταλλαγή φιλοφρονήσεων στα γαλλικά και κατέληξαν στον κιουτσούκ κατί (κάτι σαν το δικό μας πρωτοδίκη).

Ο κιουτσούκ κατί έπρεπε να εξετάσει τα πράγματα και να βγάλει μια προσωρινή απόφαση μέχρι να επιληφθεί της υποθέσεως ο καθ’ ύλην αρμόδιος δικαστής, ο σεκιούρ μεζούρ. Διότι παρέλειψα να σας πω ότι σ’ αυτήν τη μακριά από μας χώρα υπήρχαν πολλών λογιών κατιλάρ (δικαστές), που θεωρητικά είχαν διαφορετικές αρμοδιότητες και ανεξαρτησία στην άσκηση του λειτουργήματός τους, όπως και στο δικό μας σύστημα δικαιοσύνης.

Όμως ο κιουτσούκ κατί είχε σιχαθεί τα επί πολλά έτη επεισόδια του αραμπατζί καβγκά (σαν τον τρωικό πόλεμο, ένα πράμα) κι έβγαλε μια πολύ προχωρημένη απόφαση: μέχρι να κρίνει οριστικά την υπόθεση ο σεκιούρ μεζούρ, οι μπουγιούκ αραμπατζί δεν μπορούσαν να πλησιάζουν καθόλου στο Χαβά Λιμάν. Μόλις διάβασαν την απόφαση οι μπουγιούκ αραμπατζί, έτρεξαν στον προστατεύοντα το σωματείο τους κοτσαμπάς για βοήθεια.

Αυτός, ο Αμρίτ Αγάς, δεν ήταν όποιος κι όποιος. Είχε βοηθήσει τον διοικητή της περιοχής, τον Τιανερλί Πασά, να κερδίσει τις προηγούμενες εκλογές. Τον Τιανερλί είχε βοηθήσει κι ο Ζαφερλί Πασάς, που στο μεταξύ είχε γίνει Βεζύρης στην Αυλή του Τζουμχουριέτ Σουλτάν. Όλοι μαζί αυτοί είπανε στον μπουγιούκ κατί ότι το καλό που του θέλουν να βάλει μυαλό στον ασεβή υφιστάμενό του.

Ίδρωσε ο μπουγιούκ κατί με το ξαφνικό κακό, που τον βρήκε, κι επειδή δεν ήθελε ντράβαλα με τους ιδιοκτήτες της χώρας, έπιασε τον κιουτσούκ κατί και του είπε:

Μ.Κ: Μπρε, κακό σκυλί, τόλμησες και έβγαλες απόφαση χωρίς να ρωτήσεις ποιος μπορεί να θύμωνε;

Κ.Κ: Μα, εφέντη μ’, κατί είμαι, ελεύθερα αποφασίζω!

Μ.Κ: Τι λες, ρε χαϊβάνι; Ελεύθερα αποφασίζουν οι δικαστές στην Ελλάδα, εσύ είσαι ένα απλός κατί στο Μπορντελληστάν και δεν αποφασίζεις τίποτα, αν προηγουμένως δεν ρωτήσεις εσύ εμένα κι εγώ τους κοτσαμπασλάρ! Άμε τώρα να αλλάξεις την απόφαση και να απορρίψεις το αίτημα των κιουτσούκ αραμπατζί!

Κ.Κ: Εφέντη μ’, δεν γίνεται αυτό. Η απόφασή μου ήδη κυκλοφόρησε στις εφημερίδες.

Μ.Κ: Ε, και;!

Κ.Κ: …τι θα πουν οι δημοσιογράφοι και οι κάτοικοι του Μποκχάλ Κιοΐ;

Μ.Κ: Τους δημοσιογράφους θα τους αναλάβουν οι κοτσαμπασλάρ και τους κατοίκους ποιος τους αφοδεύει; Αυτοί είναι πιο χαϊβάνια κι από σένα!

Κ.Κ: Εφέντη μ’, οι μπουγιούκ αραμπατζί έχουν άδικο. Δεν μπορώ να τους δώσω δίκιο! Το πολύ-πολύ να σβήσω ένα «δεν» και να αποφασίσω ότι τα πράγματα παραμένουν στην προτέρα κατάσταση.

Μ.Κ: Καλάάάάά! Αλλά να ξέρεις ότι αυτό δεν θα αρέσει καθόλου στον πολυχρονεμένο Ζαφερλί Βεζύρη και θα το θυμάται, όταν ζητήσεις προαγωγή ή μετάθεση.

Μόλις ο Αμρίτ Αγάς, ο Τιανερλί Πασάς και ο Ζαφερλί Βεζύρης έμαθαν τα καθέκαστα, βγήκαν από τα ρούχα τους, που κοτζαμάν μπουγιούκ κατί δεν μπορούσε να κάνει ζάφτι έναν υφιστάμενό του. Ο μπουγιούκ κατί ήξερε ότι, αν τον θεωρούσαν ανίκανο να τους ωφελήσει, είτε δεν θα τον ωφελούσαν είτε θα τον έβλαπταν, έτσι τους θύμισε ότι αυτή η «επαναφορά στην προτέρα κατάσταση» μια χαρά ωφέλησε τους Τούρκους στα Ίμια κι επιπλέον τους πρότεινε ως αντάλλαγμα να φέρει πιο κοντά την ημερομηνία εκδίκασης από τον σεκιούρ μεζούρ και να κάνουν όλοι μαζί ό,τι περνούσε από το χέρι τους, για να μην έχουν άλλες δυσάρεστες εκπλήξεις.

Το ηθικό δίδαγμα της παραπάνω ιστορίας είναι ότι υπάρχουν και χειρότερα από την τωρινή κατάσταση της Ελλάδας. Βέβαια, αν χτες δεν είχαμε «σωθεί» από τη χρεοκοπία, σήμερα θα έγραφα άλλο παραμύθι.

Η ανέξοδη εξυπηρέτηση του χρέους

Σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο εμφανίζεται ένας Γερμανός τουρίστας και ζητάει από τον ξενοδόχο να περιηγηθεί τις εγκαταστάσεις, για να αποφασίσει, αν θα μείνει εκεί. Ο ξενοδόχος του ζητάει να αφήσει για εγγύηση 100 Ευρώ στη ρεσεψιόν, ο Γερμανός δέχεται και ξεκινάει με το bell boy την περιήγηση.

Ο ξενοδόχος βέβαιος ότι ο τουρίστας θα διαλέξει το ξενοδοχείο του, αρπάζει το κατοστάρικο, τρέχει στον απέναντι κρεοπώλη και του το δίνει έναντι οφειλομένων από αγορές για το ξενοδοχείο.

Ο κρεοπώλης τρέχει αμέσως στο διπλανό κτηνοτρόφο και του δίνει το κατοστάρικο έναντι οφειλομένων από αγορές σφαγίων.

Ο κτηνοτρόφος τρέχει αμέσως στον παραδίπλα φαρμακοποιό και του δίνει το κατοστάρικο έναντι οφειλομένων από αγορές φαρμάκων.

Ο φαρμακοποιός τρέχει αμέσως στην πουτάνα της γειτονιάς και της δίνει το κατοστάρικο έναντι οφειλομένων από παρασχεθείσες υπηρεσίες.

Η πουτάνα τρέχει αμέσως στον ξενοδόχο μας και του δίνει το κατοστάρικο έναντι οφειλομένων από χρήση των δωματίων.

Στο μεταξύ επιστρέφει ο Γερμανός τουρίστας στη ρεσεψιόν και ενημερώνει τον ξενοδόχο μας ότι τελικά δεν θα μείνει στο ξενοδοχείο του.  Άνετος ο δικός μας,  του επιστρέφει το κατοστάρικο της εγγυοδοσίας.